ΤΑ ΔΕΟΝΤΑ


Για να βρεθεί κάποιος που θα πει την αλήθεια και θα πράξει τα δέοντα, όπως ελπίζει ο καθενας μας, θα πρέπει πρώτα να θελήσει ο ελληνικός λαός να ακούσει την αλήθεια και να υποστεί τα δέοντα. Τέτοιες ενδείξεις ακόμη δεν υπάρχουν. Το πρόβλημα του μέσου έλληνα ψηφοφόρου δεν είναι πώς θα αναλάβει με μεγαλύτερες ελπίδες επιτυχίας το κόστος των προηγούμενων εγκληματικών επιλογών του, αλλά πώς θα τις παρατείνει! Έχετε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό; Μια κοινωνία που εθίστηκε επί σαράντα χρόνια στον παρασιτισμό είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγεί από τον εθισμό της. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να βιώσει την έσχατη ένδεια, την έσχατη απελπισία, την έσχατη περιφρόνηση. Κι έπειτα, ακόμη και αν όλα αυτά συμβούν, τίποτα δεν μας εγγυάται ότι θα μετανοήσει ως εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή και θα ακολουθήσει τον δρόμο της αρετής. Το πιθανότερο θα είναι να επιχειρήσει πρώτα να φάει τις σάρκες της. Για να το εκφράσω κάπως πιο «βιβλικά», αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα περιγράφεται θαυμάσια από τη φράση «διεμερίσαντο τα ιμάτια μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον». Αυτό συμβαίνει, αντί να δούμε πώς θα τη «βγάλουμε» όσο τον δυνατόν περισσότερο με το φθαρμένο μας «ιμάτιο», το οποίο δεν αποκλείεται να αποδειχθεί «ένα πουκάμισο αδειανό, μια Ελένη»…

Ποιοι, αλήθεια, καλούνται να επαναφέρουν τη χώρα στην οδό της Αρετής; Μήπως οι «λαοθάλασσες» των προεκλογικών μπαλκονιών του ’80 και του ’90; Τι ήταν οι εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί χειροκροτητές; Εικονικοί κομπάρσοι; Ήμαστε εσείς κι εγώ, φίλοι μου. Εσείς κι εγώ δώσαμε χώρο στην αμετροέπεια, στη φαυλότητα, στον αμοραλισμό. Εσείς κι εγώ γίναμε εξαρτήματα αυτής της κατάστασης. Εσείς κι εγώ εκθρέψαμε γενεές γενεών πολιτικών με μοναδικό τους προσόν την παιδιόθεν «προσήλωσή» τους στο Κόμμα. Η δε άμωμος, άσπιλος και αμόλυντος αριστερά μπορεί να παριστάνει τώρα τη μωρή παρθένα, αλλά υπήρξε η αιχμή, η προέκταση αυτής της κατάστασης. Σε μια εποχή που η χώρα έπρεπε να ανασκουμπωθεί, όπως έκανε η Γερμανία στη δεκαετία του ’90, η ελληνική αριστερά – η οποία τώρα επιχειρεί, κατά δήλωσή της, να φορέσει το ένδυμα του ρεαλισμού – πίεζε για μεγαλύτερους μισθούς, περισσότερους διορισμούς, περισσότερο Δημόσιο, ταυτόχρονα δε κώφευε στους ψιθύρους περί σκανδαλωδών συνθηκών διαχείρισης, εργασίας και παραγωγής έργου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Υπεύθυνη πολιτική δεν είναι αυτή που αναγνωρίζει το δίκαιο των πάντων, αλλά αυτή που ξέρει να διακρίνει το δίκαιο και να το αποδίδει. Υπεύθυνη πολιτική δεν είναι η πολιτική των «παροχών», αλλά η πολιτική των στόχων. Υπεύθυνη πολιτική δεν είναι η πολιτική της κολακείας όλων των αδυναμιών και των άνομων προσδοκιών του λαού, με πρόσχημα τη «νομιμοποίησή» της, αλλά η πολιτική της καλλιέργειας και ενθάρρυνσης των εύλογων, των εφικτών, των βιώσιμων προσδοκιών. Μια πολιτική δηλαδή την οποία αριστερά και δεξιά στην Ελλάδα απέφυγαν όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Η τελευταία έκφανση του πνέοντος τα λοίσθια ελληνικού παραδόξου είναι ότι οι εμπνευστές, οι συνοδοιπόροι και οι υπερθεματίζοντες την ασκηθείσα επί δεκαετίες πολιτική στη χώρα καλούνται τώρα όχι απλώς να την εγκαταλείψουν, αλλά να τη γκρεμίσουν. Η πραγματικότητα είναι ότι ο λαός πια δεν τους ακολουθεί. Ο λαός αισθάνεται «προδομένος». «Προδομένος» από ποιον, άραγε; Απ’ τους «κακούς δανειστές» που ζητούν τα δανεικά πίσω; Απ’ την αντικειμενική αδυναμία του κατ’ ευφημισμόν ελληνικού κράτους να παραγάγει τον αναγκαίο για την εξακολούθηση της νιρβάνας του πλούτο; Από τον Θεό, που εγκατέλειψε το περιούσιον έθνος και ίσως-ίσως απολαμβάνει τη σταυρική πορεία του προς τον Γολγοθά; Ένας λαός διαπαιδαγωγημένος με την «ιδεολογία» της «αρπαχτής», της «εύκολης παράκαμψης» όλων των – συνήθως νόμιμων – εμποδίων, της ήσσονος προσπάθειας, της εξίσωσης προς τα κάτω, της ευδαίμονος απάθειας του τύπου «πέντε μέρες γλείψιμο και Σαββατοκύριακο Χαλκιδική» καλείται τώρα να ξαναβρεί τη χαμένη του φαντασία και δημιουργητικότητα, να ατσαλώσει τη θέλησή του να επιβιώσει, να αλλάξει άρδην πρότυπα, να απαλλαγεί από τις ελεεινές φιγούρες που κολάκευαν τη ματαιοδοξία του και κερδοσκοπούσαν από τη συνενοχή του. Δύσκολο. Δύσκολο έως ακατόρθωτο. Διότι άλλο πράγμα είναι να ζητάς από έναν εχέφρονα και συγκροτημένο άνθρωπο να διορθώσει ένα λάθος, κι άλλο από έναν εικονικό κομπάρσο να γίνει πολίτης. Η διαφορά φάσεως είναι τεράστια. Και ο χρόνος λίγος. Απελπιστικά λίγος.

Αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόκληση για τον παρατηρητή το τι απ’ τα δυο θα γίνει τελικά: Θα επικρατήσει και πάλι μια ελαφρώς παραλλαγμένη παραίτηση από την πραγματικότητα ή θα επιλεγεί η δύσκολη και ολισθηρή αναρρίχηση σε αυτή; Θα επιχειρηθεί η δημιουργία ενός έθνους πολιτών ή ο ευνουχισμός όσων ακόμη επιμένουν ν’ αντιδρούν στις συνέπειες της «προοδευτικής πολιτικής» α λα Γκρέκα; Θα θριαμβεύσει η πλήρης ρήξη με τη λογική και το επερχόμενο χάος ή το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπροστά στον ολιστικό και ολετήρα γκρεμό της μεταπολιτευτικής μας άνοιας; Στο έργο αυτό δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί», «φίλοι» και «εχθροί» του λαού. Για να θυμηθώ το μνημειώδες μυθιστόρημα του Hermann Broch για τη Γερμανία της περιόδου 1888-1918, υπάρχουν μόνον κινδυνεύοντες ή επικίνδυνοι υπνοβάτες…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: